Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2008

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΩΝ ΣΚΙΩΝ


Σκοτάδι.
Είχε βρει τη θέση της στα πλακάκια του μπάνιου.
Μικρόσωμη καθώς ήταν κουλουριασμένη κάτω από το κενό που άφηνε ο νιπτήρας.
Σκιές στους τοίχους.
Δεν το ήθελε.
Δεν ζήτησε τη γνώμη της. Μόνος του. Περήφανα. Ψυχρά το τελείωσε.
Δίχως επισημότητα.
Δίχως εξήγηση.
Καμιά προειδοποίηση.
Σηκώθηκε το πρωί.
Χωρίς εξήγηση,
Φώναξε το όνομα του πολλές φορές. Δεν έλαβε καμιά απάντηση.
Ένας κρότος.
Μια φευγαλέα σκιά.
Τώρα έμοιαζαν να ξεχύνονται από τη χαραμάδα και θεριεύουν.
Κρύωνε.
Προσπάθησε να σχηματίσει έναν αριθμό.
Δε τα κατάφερε.
Μια σκιά χόρευε μπροστά της.
Μια φιγούρα συνάμα εξωτική και απόκοσμη.
Τη ζήλευε.
Την ήθελε δικιά της.
Άρχιζε να ζαλίζεται.
Της ζήτησε να σταματήσει.
Μα όταν το έκανε ένιωθε τη μοναξιά να την παραλύει
Και τη ζητούσε πίσω.
Χόρεψαν μαζί σε πολλές γιορτές πριν γίνουν αχώριστες φίλες.
Της την είχε συστήσει ένας άνδρας που κουβαλούσε τη μαγεία των χρόνων που έχουν περάσει.
«Δοκίμασε, δε θα χάσεις. Δε θα σε εγκαταλείψει αν είσαι δίπλα της»

Έβαλε κάτι στο χέρι της και το έκλεισε γερά.
Χτύπημα στο κουδούνι. Σιωπή.
Ο τρελός χορός είχε καταλαγιάσει.
Είχε ρουφήξει το σκοτάδι του.
Ξαναχτύπησε.
Σιωπή.
Ένας γείτονας του άνοιξε την εξώπορτα.
Σερνόταν στην πόρτα της μα μια τούφα από μακριά μαύρα μαλλιά της τύλιγε το πόδι και την τραβούσε πίσω.
Δοκίμασε να χτυπήσει την εσωτερική πόρτα.
Σιωπή.
Φώναξε το όνομα της.
Είχε φτάσει στο διάδρομο.
Ως εκεί.
Απευθύνθηκε στον διαχειριστή.
Τον παρακάλεσε.
Τη χρειάζονταν.
Όλο το μαγεμένο δάσος την έψαχνε.
Τάχα μου πως έχασε το μαντίλι της και την έκλεψαν.
Κατέβηκαν τις σκάλες.
Πλησίασαν την πόρτα.
Ήταν ελάχιστα ανοιχτή.
Προσπάθησε να σπρώξει την πόρτα μα κάτι την εμπόδιζε.
Χώθηκε στο μικρό κενό.
Ήταν εκείνη.
Μια νεράιδα χαμένη στο πανηγύρι των σκιών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: