Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009

Στριφογυρνά(ς) (σ)το μυαλό μου





Η ζωή μου είναι γεμάτη
Τα βράδια στριφογυρνάω στο κρεβάτι
Καταδικασμένη να μου λείπει κάτι
Και αναρωτιέμαι αν είχε ουσία αυτή η συνουσία
Το κενό μου καταφέρνω να ντύνω με αξία

Βάζω σημάδια για να πάω πάλι σπίτι
μετά από ένα άγριο ξενύχτι
και σε ακούω να μιλάς για αλλαγή
αλλά το κορμί σου είναι φυλακή


Γιατί ακόμα και όταν γυρνάς πάλι θα στριφογυρνάς
και όταν γράφεις με πονάς...


ΥΓ: Οι ώρες μου είναι γεμάτες,η ζωή μου είναι άδεια.

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Oύτε καν προσπάθησες.




..Ας το δοκιμάσουμε μια φορά μόνο εγώ και εσύ. Μόνο εσύ και εγώ. Χωρίς διαλείμματα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς προσπάθεια. Μη φεύγεις, μείνε..

….Αν το ονομάσουμε κάπως αλλιώς αυτό που έχουμε; Μήλο, μπανάνα, μπάλα, σφυρίχτρα; Το πρόβλημα σου είναι η ταμπέλα. Ο,τι θες εκτός από πιπέρι με κάνει να φτερνίζομαι ασταμάτητα.. Αν το είχαμε ποτέ..

….Δεν είναι ότι τον σκέφτομαι κάθε μέρα. Αλλά όταν μπει σε ένα χώρο αυτόματα ανιχνεύω την κίνηση του. Σαν άρωμα που έχει μείνει πάνω στο κορμί μου και το κουβαλάω παντού. Σαν δηλητήριο που έχει εισχωρήσει μέσα μου και μου επιτρέπει να το αναγνωρίσω παντού. Παντού. Τώρα είμαστε πλασμένοι από το ίδιο υλικό, χωρίς προσπάθεια.

..Μη ζητάς συνταγές από φίλες παιδικές. Θα ξυπνήσεις μια μέρα και δε θα σε νοιάζει πια. Χωρίς προσπάθεια. Θα περάσει δίπλα σου και δε θα καίει πια το σώμα του, ο αέρας γύρω του. Δε θα καίει πια μέσα σου. Αυτός ο διακόπτης είναι πολύ ψηλά για να τον σβήσεις αλλά η λάμπα κάποια στιγμή θα καεί από μόνη της, πάντα καίγεται. Χωρίς προσπάθεια.

Για την Δέσποινα που πλησιάζει τις λάμπες όπως οι πεταλούδες. Αφελής και θαραλλέα, για μένα μοιραία.

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2009

Come on, Gogo, return the ball, can't you, once in a while?".

Παρηγορούμαι..





...Αν κάθε χρόνο προσθέτεις μια λέξη
σε μερικά χρόνια θα μου χαρίσεις μια ολόκληρη πρόταση...

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009

Ο χορός των αιώνια αφηρημένων




Κάθε πρωί την βλέπω να κόβει βόλτες γύρω από το τετράγωνο.
Καμιά φορά νομίζω πως κοιτάει εμένα και από τότε φτιάχνω πιο δυνατό καφέ.
Ισως μυρίζει τους κόκκους και αναζητήσει ένα φλιτζάνι και λίγη συντροφιά.
Ο ήλιος έχει αρχίσει να ρίχνει τις πρώτες ζεστές του ακτίνες και τις αντανακλά ευγενικά πάνω στην επιφάνεια του προσώπου της. Δε μπορώ να διακρίνω τα χαρακτηριστικά της. Λάμπει τυλιγμένη στο φως.
Ένα πρωί θα κατέβω και θα δω πραγματικά ποια είναι. Ίσως της μιλήσω. Ίσως την κεράσω ένα φλιτζάνι.

Ίδια ώρα, ίδιο μέρος. Πιστή στο ραντεβού μας. Πηγαίνει δεξιά στον κάθετο δρόμο και ύστερα χωρίς αιτία περνάει στο απέναντι πεζοδρόμιο. Επαναλαμβάνει την κίνηση της πολλές φορές ακόμα. Αν ήθελε να με δει θα έπρεπε να μείνει στα δεξιά. Ίσως προσπαθεί να με μπερδέψει. Προς το παρόν με μπερδεύει ο αέρας που κινεί τα μαλλιά της. Μια μεθυσμένη κίνηση ότι εστιάζει πάνω σε αυτή. Ίσως είναι τόσο όμορφη που μέθυσε και ο ήλιος. Ίσως είμαι απλά ερωτευμένος.

Ξανακάνει το γύρο του τετραγώνου. Στο μυαλό της επικρατεί μια αναρχία σκέψεων.
Να πάω πρώτα στο μηχάνημα ή στο παντοπωλείο. Με φτάνουν τα χρήματα ή όχι. Μια βόλτα στη θάλασσα. Το παλτό μου είναι αρκετά χοντρό. Πρέπει να πάρω άδεια.
Όχι μόνο σήμερα. Πρέπει να μπω στο τρένο. Στο αεροπλάνο. Πρέπει να φύγω. Με αγαπάει. Δεν είναι εδώ. Τον θέλω. Δε θέλω να με αγαπάει.

Με το πέρασμα των ημερών η επιθυμία μου να γνωρίσω αυτό το αλλόκοτο κορίτσι μεγάλωνε. Ήμουν σίγουρος ότι πρέπει να ήταν ρομαντική και ντροπαλή. Θα με πρόσεξε κάποια μέρα στην ουρά του ταχυδρομείου. Με ακολούθησε και από τότε περνάει να με δει. Να με δει να ξυπνάω από ψηλά. Να μάθει τις συνήθειες μου. Να με αποκωδικοποιήσει.

Ξυπνούσε πρωί μήπως και τα προλάβει όλα. Μήπως και προλάβει να στρίψει πρώτη στη γωνία και τη χάσει. Και τη χάσει η ζωή που τρέχει πίσω της. Είχε υπολογίσει ότι θα τις έπαιρνε αρκετή ώρα για να κάνει τις μικροδουλειές. Ένα τυχαίο γλίστρημα στο πεζοδρόμιο, μια βόλτα στη βροχή χωρίς ομπρέλα, ένα ξεχασμένο πορτοφόλι, τα κλειδιά πίσω από την πόρτα, η επιλογή ανάμεσα στα ζεστά κουλουράκια. Κάποια μέρα θα έκανε όλες τις δουλειές της σε δέκα λεπτά. Κάποια μέρα θα αποφάσιζε αν θέλει να μείνει η να φύγει και τότε δε θα απέφευγε υποσυνείδητα να ολοκληρώσει τις δουλειές της.
Ο δρόμος είναι δεκτικός Δε θα σε μαλώσει γιατί τον επισκέπτεσαι λίγο παραπάνω. Θα χαμογελάσει και θα σε υποδεχτεί. Θα σου προσφέρει εικόνες για να σε βοηθήσει να ξεφύγεις. Να ξεφύγεις από οτιδήποτε προκάλεσε την αρχική σου επίσκεψη. Θα σου φερθεί σαν φίλος που ψάχνει τρόπο να σε ξεκουράσει από τις έγνοιες.

Σήμερα το πρωί αποφάσισα να πάρω τον καφέ μου στο χέρι και να κάνω και εγώ μια βόλτα στο τετράγωνο. Ίσως ανακάλυπτα τη ξεχωριστή του μαγεία. Προς το παρόν ήταν μια μάζα από γκρίζους όγκους άκριτα τοποθετημένους. Μετά από τον περίπατο ίσως να έπαιρναν λίγο από τη μαγεία ενός χαμένου ξωτικού.

Πέρασα από δίπλα της. Χαμογελούσε και έμοιαζε σαν να ψιθύριζε κάτι. Της είπα καλημέρα αλλά δεν ανταποκρίθηκε. Σίγουρα ντράπηκε έναν ξένο αλλά δε μπόρεσε να κρύψει τη χαρά της, μου χαμογελούσε.

Τα παιδάκι στο πεζοδρόμιο προσπαθούσε να ανέβει τα σκαλιά της εκκλησίας. Ανέβαινε ένα και ύστερα κατέβαινε δυο. Μετά έκανε δυο βήματα δεξιά και ένα πάνω.
Σαν το χορό των αιώνια αφηρημένων. Χαμογέλασε γιατί της θύμισε τον εαυτό της. Κι ύστερα ψιθύρισε: Μια μέρα θα ανέβω όλη τη σκάλα χωρίς να γυρίσω πίσω.

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2008

Η ΑΛΛΗ






Απόψε δεν ήθελα να κοιμηθώ
Ήθελα να μείνω ξύπνια να χαϊδέψω τα μαλλιά σου
Κι είναι περίεργο που ποτέ δε ξεκίνησα τη μέρα
Λέγοντας σου ένα απλό «καλημέρα, σ αγαπώ»
Εκείνο το κορίτσι δε το ξέρω
Ήταν μια άλλη
Μια άλλη είμαι κι εγώ

Μπήκε στο δωμάτιο και όλα τα βλέμματα στάθηκαν πάνω της
Οι σπινθήρες των ματιών της ομολογούσαν ότι ήταν πλάσμα εξωτικό
Πίστευε κι η ίδια ότι ήταν διαφορετική
Και έπεισε κι όλους τους υπόλοιπους
Ήθελε να την κατακτήσουν
Όχι απλά να την καταλάβουν
Σαν χώρα που οι κάτοικοι της αρνήθηκαν να την παραδώσουν
Αρνήθηκαν να ενδώσουν σε αλλότριες επιθυμίες

Έστησαν κάθε παγίδα για να πιάσουν το αερικό
Ξεγλιστρούσε από κάγκελα
Πηδούσε από σύννεφα
Έκοβε με τα δόντια τα σκοινιά
Μέχρι που βρέθηκε στο γυάλινο κόσμο
Τοποθέτησαν το δόλωμα στο βαζάκι
Και περίμεναν
Ήξεραν ότι δεν θα έλεγε όχι στον πειρασμό
Δεν ήξερε ότι θα ναι ο τελευταίος της
Και όταν μπήκε στο γυάλινο βασίλειο
Έκλεισαν γρήγορα το καπάκι
Οι φωνές πνίγηκαν
Τα χτυπήματα απλά ταρακούνησαν το βάζο
Τσούλησε πέρα δώθε
Αλλά δε βγήκε ποτέ

Απόψε δεν ήθελα να κοιμηθώ
Απόψε ήθελα να μείνω να σε κοιτάω μέχρι να χαράξει
Κι είναι περίεργο που ποτέ δε σου είπα «καληνύχτα, θέλω να κοιμηθούμε αγκαλιά»
Ήταν μια άλλη
Μια άλλη είμαι και εγώ


Το κορίτσι αυτό κανείς δε μπορούσε να το κατακτήσει
Μπορούσες μόνο να προσπαθήσεις να το καταλάβεις
Μεγάλωνε σε ένα γυάλινο βάζο
Και σε λίγο καιρό είχε πάρει το σχήμα του
Το τοποθέτησαν σε μια βιτρίνα
Και όλα τα βλέμματα στέκονταν επάνω της
Το χαμόγελο της ομολογούσε ότι ήταν πλάσμα ξεχωριστό
-Αυτό που όλοι θεωρούσαν χαμόγελο-
Έκλαιγε με ένα χαμόγελο
Έσφιγγε τα δόντια σαν χαμόγελο
Πίστευε ότι ήταν διαφορετική γι αυτό την έκλεισαν σε ένα γυάλινο βάζο
Γιατί κανείς δε μπορούσε να την κατακτήσει
Δεν επέτρεπε σε κανέναν να έρθει τόσο κοντά
Φοβόταν ότι αν κάποιος πλησίαζε
Θα έβλεπε μέσα της όσα εκείνη ήθελε να κρύψει
Θα απογοήτευε το κοινό της
Θα απογοήτευε εσένα που τα βράδια ξενυχτούσες δίπλα της
Για να προλάβεις το πρώτο της χαμόγελο το πρωί


Κουνούσε το βάζο πέρα δώθε
Πέρα δώθε
Κυλούσε πάνω στο λείο έδαφος
Κι αυτή η ζάλη ήταν σαν τη ρόδα του λούνα παρκ
Σαν ναρκωτικό
Σαν αγάπη
Ίσως τελικά να ήταν διαφορετική
Όταν έκανε τον πόνο της γιορτή
Εκείνο το κορίτσι δε το ξέρω
Ήταν μια άλλη
Μια άλλη είμαι κι εγώ

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008

ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙΑ ΚΑΙ ΓΕΦΥΡΕΣ


Προχωρούσε γρήγορα να ξεφύγει απο τον αόρατο εχθρό της.
Προχωρούσε αργά και σταθερά προς τη κατεύθυνση που είχε χαράξει.
Πήγαιναν σε εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις
Συγκρούστηκαν αναπόφευκτα.
Και όταν κοιτάχτηκαν στα μάτια ήξεραν οτι θα προχωρούσαν καιρό μαζί.
Φτάσανε στην άκρη του δρόμου.
Ενός μεγάλου δρόμου
Μια λεωφόρο ζωής για την οποία δεν είναι όλοι έτοιμοι.
Φοβόταν να περάσει.
Της έδωσε το χέρι του.
Πόσα χέρια της είχαν δοθεί πριν για να οπισθοχωρήσουν με το πρώτο σφύριγμα του ανέμου.
'Εμεινε πίσω.
Τον άφησε να περάσει μόνο απέναντι.
Καθώς τον κοίταγε να απομακρύνεται άκουγε το κρακ
Κόκκινα κομμάτια μιας στρογγυλής καρδιάς.
Του φώναζε να προσέχει μα δεν είχε σημασία.
Επρεπε να περάσει μαζί του.
Αυτή έπρεπε να τον προσέχει.
Κάθησε στην απέναντι μεριά και τον παρατηρούσε.
Προχωρούσε στην άκρη του πεζοδρομίου.
Ο αέρας των αυτοκινήτων ήταν τόσο δυνατός
Πιο δυνατός ήταν ο φόβος.
Απο το φόβο όμως ποιος είναι πιο δυνατός;
Μόνο η αγάπη.
Αποφάσισε να χτίσει μια γέφυρα για να περάσει απέναντι ασφαλής και να τον βρει,να περπατήσουνε μαζί.
Κάθε μέρα που εκείνη τελείωνε και ένα κομμάτι της γέφυρας
εκείνος γινόταν μίλια
μίλια μακριά
Κι όταν πέρασε απέναντι δεν μπορούσε να τον βρει
Προσπαθούσε να περάσει έναν άλλο δρόμο μα είχε βρει το σωστό συνοδοιπόρο.
Γύρισε πίσω και την κοίταξε.
Της φώναξε να προσέχει στα φανάρια
Δε σταματάνε όλοι οι οδηγοί
Δε σέβονται όλοι τα σήματα
Κι ήξερε οτι την νοιάζεται κι αυτό δε μπορούσε να της το πάρει κανείς.
Δε καταλάβαινε γιατί έμεινε πίσω
Δεν τον είχε αφήσει να καταλάβει
Την απόσταση όμως την καθορίζουμε εμείς.
Εφτιαξα μια γέφυρα μόνο για να έρθω να σε βρω
Ησουν η γέφυρα μου
Εγινα καλύτερος άνθρωπος για να σε φτάσω
Και για μένα ήσουν σταυροδρόμι μου έμαθες να περνάω μόνος μου το δρόμο
Είπε ή έστω έτσι θέλησε να ακούσει
Και τώρα τι κάνουμε;
Τώρα θα συνεχίσουμε να προχωράμε
Θα κρατήσουμε άλλα χέρια
Θα γίνουμε γέφυρες και σταυροδρόμια για άλλους πεζοπόρους
Μα μη φοβάσαι γιατί πάντα θα κοιτάω στο μέρος σου
Θα σε προσέχω μη χτυπήσεις
Θα με προσέχεις μη σκοντάψω
Θα περπατάμε δρόμους παράλληλους
και ίσως κάποια στιγμή να βρεθούμε στην στροφή κάποιου δρόμου
Θα σε αγαπάω
και θα με αγαπάς
γιατί την απόσταση την καθορίζουμε εμείς.
Δε χρειάζεται να περπατάμε πάντα μαζί για να είμαστε μαζί.
Θα μαι το σταυροδρόμι σου
Θα σαι η γέφυρα μου
και αυτό δεν μπορεί να το αλλάξει κανείς.

Ο ΤΟΠΟΣ ΠΟΥ ΑΝΗΚΩ





Είχα ένα σπίτι γεμάτο στολίδια ανακατεμένα με σκουπίδια
Ήθελα να το κάψω μα μαζί με τα άσχημα θα έκαιγα και τα ωραία
Το έσκασα με ένα σάκο γεμάτο τάσεις φυγής, φόβους και μια δίψα για περιπέτεια
Κι ένιωθα πως πραγματικά αυτός ο κόσμος μου ανήκει και τόσο καιρό περιμένει μόνο να τον κυριεύσω
Στο δρόμο τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα και έτσι έμειναν
Από τα θαύματα του κόσμου
Απόρησα και αμφέβαλα για το ποιος θα κυριεύσει ποιον
Τα μικρά ζώα ήταν πιο φιλικά και προσιτά
Σύντομα όμως πλησίαζαν οι γονείς τους και απομακρυνόμουν
Εγώ δεν είχα κανέναν να με προστατεύσει εδώ και καιρό
Αισθανόμουν υπερήφανη που τα κατάφερνα μόνη μου
Όμως μερικές φορές τα βράδια δίπλα στη φωτιά ήθελα κάποιος να με προσέχει
Γνώρισα μια πυγολαμπίδα
Ήταν ευχάριστη παρέα αλλά δεν με άφηνε να κοιμηθώ τα βράδια
Έπεσα σε ποτάμια για να αποφύγω μελίσσια μεθυσμένα από την ίδια τους τη γλύκα
Και γέμισα λάσπες
Η γη ήταν επιεικής μαζί μου
Δεν παραπονιόταν για το λερωμένο χαλί της
Μέχρι που έφτασα σε ένα όμορφο σπίτι.
Ήταν χτισμένο όλο από πέτρα με μια χαριτωμένη σκέψη που δεν άφηνε τα όνειρα να φύγουν το βράδυ
Και έτσι κατοικούσαν πάντα εκεί μαζί του
Στη λιμνούλα καθρεφτιζόταν όλη η ευτυχία και η γαλήνη
Μου ζήτησε να μείνω για λίγο και αυτό έκανα
Ήταν σαν να έχει βρει τον τόπο μου
Εκεί όπου άνηκα
Αλλά φοβήθηκα πως το ταξίδι μου θα σταματήσει νωρίς
Και δε θα δω τι υπάρχει παρακάτω
Έτσι ένα πρωί το έσκασα
Και συνέχισα να περιπλανιέμαι
Το δάσος είχε πολλές ακόμα ομορφιές να μου χαρίσει
Γαλάζιου ουρανούς
Πράσινα βατράχια
Νόστιμους καρπούς
Και γυρολόγους με αστείες ιστορίες
Τα βράδια όμως έκλαιγα γιατί κανείς δεν ήταν εκεί να με προσέχει
Και είχα ξεχάσει το δρόμο
Ακόμα και αν το ήξερα θα φοβόμουν τι θα αντικρίσω
Ίσως τώρα αυτός ο τόπος να έχει μια άλλη κυρά
Μια σωστή αφέντισσα
Ίσως πάλι να μην υπάρχει χώρος για μένα
Μα πιο πολύ φοβόμουν ότι μπορεί ένα πρωί να θέλω να ξεφύγω
Και να πρέπει να σε αφήσω πάλι μόνο σου
Δεν θα το άντεχε η καρδιά μου να σε ξαναπληγώσω
Έτσι έμεινα στο δάσος μέχρι που διαλύθηκα στον ουρανό
Και έγινα βροχή
Μια από τις σταγόνες μου θα σε λούσει και έτσι θα βρεθώ κοντά σου
Χωρίς να κινδυνέψω να πληγώσω τα αισθήματα σου